Θάσος

I
Μυθολογικό πρόσωπο. Ήταν γιος του Ποσειδώνα ή του βασιλιά της Φοινίκης Αγήνορα, και της Τηλέφασσας. Ενώ βρισκόταν σε αναζήτηση της Ευρώπης, ανακάλυψε τα μεταλλεία χρυσού και αργύρου του νησιού που αργότερα έφερε το όνομά του και ίδρυσε αποικία για την εκμετάλλευσή τους. Κατά τον Φερεκύδη, ο Θ. ήταν εγγονός του Αγήνορα και γιος του Κίλικα.
II
Νησί (378 τ. χλμ., 13.765 κάτ.) του βόρειου Αιγαίου. Βρίσκεται ΝΑ του κόλπου της Καβάλας και ΝΔ των εκβολών του Νέστου. Πρωτεύουσα του νησιού είναι η ομώνυμη κωμόπολη.
Η Θ. απέκτησε ιδιαίτερη σημασία με την ανακάλυψη (1973) κοιτασμάτων πετρελαίου στη θαλάσσια περιοχή της. Κατάφυτη, με απέραντους ελαιώνες, πευκώνες και κάθε είδους άγρια βλάστηση, διατηρεί πάντα την εικόνα που τραγούδησε στα μέσα του 7ου αι. π.Χ. ο Αρχίλοχος: «Ήδε δ’ ώστε όνου ράχις έστηκεν ύλης αγρίης επιστεφής». Πιθανολογείται ότι η ονομασία του νησιού συσχετίζεται ετυμολογικά με τη λέξη δάσος, όπως και με τις προελληνικές ονομασίες Άσος, Κάσος, Βράσιοι κ.ά. Στο παρελθόν ονομαζόταν ΗδωνίςΟδωνίς, Χρύση, Ηερίη, Αερία και Αιθρία.
Σχεδόν όλο το νησί το διατρέχει με ΒΔ προς ΝΑ κατεύθυνση και το χωρίζει σε δύο άνισα μέρη μια οροσειρά (ψηλότερη κορυφή Υψάριον, 1.203 μ.) που αποτελείται από κρυσταλλικά πετρώματα και κυρίως μάρμαρο (αρχαία λατομεία μαρμάρου υπάρχουν σε πολλά μέρη του νησιού, αλλά τα μεγαλύτερα και πιο εντυπωσιακά απλώνονται στη χερσόνησο της Αλυκής, στο νοτιοανατολικό τμήμα του νησιού). Το υπέδαφος της Θ., εκτός από το μάρμαρο, ήταν πλούσιο σε ευγενή μέταλλα και κυρίως χρυσό και άργυρο, τα οποία εκμεταλλεύτηκαν εντατικά οι κάτοικοί της. Σύμφωνα με τον Ηρόδοτο (Ιστορία VI, 47) η ανεύρεσή τους οφείλεται στους Φοίνικες, οι οποίοι, με αρχηγό τον Θάσο, γιο του Κίλικα, του Αγήνορα ή του Ποσειδώνα, έφτασαν στο νησί αναζητώντας την Ευρώπη. Ο Πλίνιος αναφέρει (Naturalis Historia ΧΧΧVΙΙ, 121, 130) πως στο υπέδαφος της Θ. υπήρχαν και πολύτιμοι λίθοι, αμέθυστος και οπάλης. Το διεθνώς γνωστό μάρμαρο, η άφθονη ξυλεία, το φημισμένο σε όλη την αρχαιότητα κρασί, το μέλι και ένα εξαίρετο κριθάρι ήταν τα κυριότερα προϊόντα του νησιού. Τα σημερινά του προϊόντα είναι το λάδι, η ξυλεία και το μέλι.
Η γεωγραφική θέση της Θ. είναι προνομιακή και η στρατηγική της σημασία εξαιρετική, καθώς το νησί πλησιάζει τόσο πολύ στην απέναντι ήπειρο (απέχει μόλις 4,5 ναυτικά μίλια από την απέναντι ακτή), όχι μόνο για τον έλεγχο της παραλιακής ζώνης της ηπείρου και το εμπόριο με τις ελληνικές πόλεις και τα θρακικά φύλα, αλλά και για τη ναυσιπλοΐα, καθώς βρίσκεται στους θαλάσσιους δρόμους που έφεραν τις μικρασιατικές ακτές, τα νησιά του Αιγαίου και τη νότια Ελλάδα στα παράλια της Μακεδονίας και της Θράκης. Στους όρμους, τα φυσικά και τεχνητά λιμάνια του νησιού, τα πλοία της αρχαιότητας μπορούσαν να βρουν ασφαλές καταφύγιο σε όλες τις θάλασσες. Η κατοχή του νησιού σήμαινε έλεγχο ολόκληρου του Θρακικού πελάγους, από τον Άθω έως τον Έβρο, και των πλουτοπαραγωγικών περιοχών της απέναντι ζώνης. Έτσι, ήταν επόμενο να δημιουργηθεί μια μεγάλη ελληνική πόλη, η Θ., και να εξελιχθεί σε σπουδαίο πολιτικό, εμπορικό, οικονομικό καθώς και καλλιτεχνικό κέντρο.
Ιστορία
Προϊστορικοί χρόνοι. Μολονότι ήταν βέβαιο πως η Θ. δεν ήταν έρημη πριν από την εγκατάσταση των Ελλήνων αποίκων, έως τα τελευταία χρόνια δεν είχαν επισημανθεί θέσεις προϊστορικών οικισμών πάνω στο νησί, ενώ πολλοί είναι οι γνωστοί οικισμοί της νεολιθικής εποχής και της εποχής του χαλκού στη Θράκη. Το καλοκαίρι του 1969 αποκαλύφθηκαν για πρώτη φορά δύο προϊστορικοί οικισμοί στο νότιο τμήμα του νησιού. Ο πρώτος είναι μια εντυπωσιακή σπηλιά, περίπου 1 χλμ. στα Ν του οικισμού Μαριών, και τα ευρήματά του χρονολογούνται στην πρώιμη εποχή του χαλκού, ίσως και στο τέλος της νεολιθικής εποχής. Ο δεύτερος είναι μια οχυρή ακρόπολη, στη θέση Καστρί, ανάμεσα στους οικισμούς Ποτού και Θεολόγου. Τα ευρήματα στα Β της ακρόπολης προέρχονται από την τελευταία φάση της νεολιθικής εποχής, την πρώιμη εποχή του χαλκού, όπως και από την εποχή του σιδήρου. Στα Δ και στα Ν της ακρόπολης απλώνεται ένα μεγάλο νεκροταφείο. Οι κιβωτιόσχημοι τάφοι που ερευνήθηκαν αποκάλυψαν πλούσια ευρήματα, που χρονολογούνται από το τέλος της όψιμης εποχής του χαλκού έως το τέλος της εποχής του σιδήρου (περ. 700 π.Χ.). Δεν είναι γνωστά τα έθνη ή τα φύλα που έζησαν στις θέσεις αυτές κατά τις διάφορες περιόδους της προϊστορίας. Οι αρχαιότεροι κάτοικοι της Θ., πριν από την εγκατάσταση των Ελλήνων, ήταν, σύμφωνα με την παράδοση, βάρβαροι («ην βάρβαροι τό πρότερον ώκουν έως λόγος», Σκύμνος), σίγουρα Θράκες που ανήκαν στα ίδια θρακικά φύλα της περιοχής του Παγγαίου. Σε αυτούς είναι πολύ πιθανό πως οφείλεται και το παλαιότερο τοπωνύμιο Ηδωνίς ή Οδωνίς, από την ονομασία των Ηδωνών του Παγγαίου.
Ενώ το νησί κατεχόταν από τους Θράκες, στο ανατολικό τμήμα του είχαν εγκατασταθεί Φοίνικες, ίσως στις αρχές του 8ου αι. π.Χ., οι οποίοι είχαν ιδρύσει εμπορικό σταθμό για την εκμετάλλευση του χρυσού και του αργύρου· τα μεταλλεία των Φοινίκων βρίσκονταν μεταξύ των τοποθεσιών Αίνυρα και Κοίνυρα, που είναι σημιτικά τοπωνύμια, ίσως ονόματα μετάλλων.
Αρχαϊκή εποχή. Η ίδρυση της Θ. τοποθετείται στις αρχές του 7ου αι. π.Χ., περίπου το 680 π.Χ. Ο εκκλησιαστικός συγγραφέας Ευσέβιος έχει διασώσει τον σχετικό χρησμό του δελφικού μαντείου: «Άγγειλον Παρίοις Τελεσίκλεες, ως σε κελεύω / νήσω εν Ηερίη κτίζειν ευδείελον άστυ». Η φήμη για τον πλούτο του νησιού είχε γίνει θρύλος και οι Ίωνες της Πάρου, θαλασσινοί και έμποροι καθώς ήταν, αντιλήφθηκαν τη στρατηγική και οικονομική σημασία του νησιού και της παραλιακής ζώνης της Θράκης και εγκαταστάθηκαν σε μια οχυρή θέση του βόρειου τμήματός του, την πιο κοντινή στις απέναντι ακτές, χτίζοντας την πόλη τους.
Οι αρχαίες πηγές και οι παραδόσεις, οι σχετικές με την αποίκηση της Θ., δείχνουν καθαρά τη δημιουργία ενός μεταναστευτικού ρεύματος από την Πάρο προς τη Θ. προς το τέλος του 8ου ή τις αρχές του 7ου αι. π.Χ. Ο Παυσανίας (Περιήγησις Χ, 28, 3) διέσωσε την παράδοση πως ο πατέρας του οικιστή Τέλλις με την ιέρεια Κλεόβοια μετέφεραν από την Πάρο στη Θ. την οργιαστική λατρεία της Δήμητρας. Ακολούθησε η επιχείρηση του Τελεσικλή, που κατέληξε, έπειτα από σκληρές μάχες με τους Θράκες, στην ίδρυση της νέας αποικίας. Μια γενιά αργότερα, περίπου το 660-650 π.Χ., με νέες ενισχύσεις που κατέφθασαν από τη μητρόπολη, άρχισε η κατάκτηση της απέναντι παραλιακής ζώνης και η δημιουργία της περαίας ή της ηπείρου των Θασίων. Ανάμεσα στους νέους αποίκους ήταν και ο γιος του Τελεσικλή, ο ποιητής Αρχίλοχος, και ο φίλος του στρατηγός Γλαύκος, ο γιος του Λεπτίνη, που σκοτώθηκε σε κάποια από τις μάχες για την ίδρυση του θασιακού κράτους. Αυτή η πολεμική επιχείρηση ήταν ιδιαίτερα δύσκολη και πολέμησαν σκληρά «κυσί Θρέιξιν». Τα δεινά τους ήταν μεγάλα. «Κλαίω τα Θασίων, ου τα Μαγνήτων κακά», γράφει ο Αρχίλοχος, που κινδύνευσε να αιχμαλωτιστεί. Σώθηκε φεύγοντας αφού πέταξε την ασπίδα του: «Ασπίδι μεν Σαΐων τις αγάλλεται, ην παρά θάμνω / έντος αμώμητον κάλλιπον ουκ εθέλων· / αυτόν δ’ εκ μ’ εσάωσα· τι μοι μέλει ασπίς εκείνη, ερρέτω· / εξαύτις κτήσομαι ου κακίω·» (Αρχιλόχου απ. 6, έκδ. Lοeb).
Έπειτα από σκληρές μάχες και δύσκολες ημέρες οι Θάσιοι κατόρθωσαν να ιδρύσουν στην απέναντι παραλιακή ζώνη μια σειρά από οχυρές πόλεις, τα εμπόρια. Ως βέβαιες αποικίες της Θ. αναφέρονται η Γαληψός, η Οισύμη, η Νεάπολις (στη θέση της Καβάλας), η Στρύμη και τελευταία χρονικά, οι Κρηνίδες (360-359 π.Χ.) που ο Φίλιππος Β’ μετονόμασε σε Φιλίππους. Πιθανές αποικίες της Θ. θεωρούνται οι πόλεις Απολλωνία, Αντισάρα, Ακόντισμα και Πίστυρος. Τον 6ο αι. π.Χ., οι Θάσιοι διείσδυσαν ειρηνικά και στην περιοχή της Σκαπτής Ύλης του Παγγαίου, όπου βρίσκονταν τα μεταλλεία χρυσού και αργύρου. Επιπλέον, επιχείρησαν να εγκατασταθούν και στον Βόσπορο, όπου ίδρυσαν έναν μικρό οικισμό, με την ονομασία Αρχιείον, προς τιμή του αρχηγού της αποστολής, Αρχία Αριστωνύμου. Από την αρχαϊκή εποχή χρονολογείται η εγκατάσταση και η ίδρυση μικρών οικισμών και σε άλλα σημεία του νησιού για την εκμετάλλευση των πλουτοπαραγωγικών πηγών του. Η Θ. είναι κατάσπαρτη από τα ίχνη της αρχαίας ζωής και εγκαταστάσεων, που προέρχονται από διάφορες εποχές, όπως στοές και σκουριές μεταλλείων, θεμέλια μεγάλων κτιρίων ή περιμανδρωμένων αυλών, άνδηρα και επιτύμβια μνημεία· είναι γνωστοί 26 πύργοι του 4ου και 3ου αι. π.Χ., που προστάτευαν ορισμένες θέσεις, όπως και ένα μοναδικό κυκλικό κτίριο, στο ακρωτήριο Πύργος, στον όρμο της Ποταμιάς, που η αρχαϊκή επιγραφή του δηλώνει πως ήταν φάρος και τάφος του άρχοντα Ακηράτου.
Μεγάλο πλήθος από έργα αρχιτεκτονικής, πλαστικής και κεραμικής μαρτυρούν πως στους αρχαϊκούς χρόνους η Θ. δημιούργησε ανθηρό πολιτισμό. Τα μεταλλεία του νησιού και της Σκαπτής Ύλης έδιναν, πριν από τους Περσικούς πολέμους, ετήσια πρόσοδο 200 και ενίοτε 300 ταλάντων (Ηροδότου ΙστορίαVI, 46). Με τα έσοδα αυτά οι Θάσιοι οικοδόμησαν, στο τέλος του 6ου και στις αρχές του 5ου αι. π.Χ., τον περίβολο της πόλης τους –μήκους περίπου 4 χλμ. που τα εντυπωσιακά του ερείπια σώζονται έως σήμερα– και τα ιερά τους και ναυπήγησαν ισχυρό εμπορικό και πολεμικό στόλο. Στο τελευταίο τέταρτο του 6ου αι. π.Χ. κυκλοφόρησαν και τα πρώτα αργυρά νομίσματα με παραστάσεις σατύρου που απάγει στην αγκαλιά του μια νύμφη η οποία, όπως φαίνεται, του αντιστέκεται ζωηρά.
Το 491 π.Χ., οι Θάσιοι «διαβληθεντες υπό των αστυγειτόνων» στους Πέρσες (Ηροδότου VI, 46) πως ετοίμαζαν αποστασία, διατάχθηκαν από τον Δαρείο να γκρεμίσουν τα τείχη και να παραδώσουν τον πολεμικό τους στόλο. Λίγο αργότερα, το 480 π.Χ., αναγκάστηκαν να φιλοξενήσουν τη στρατιά του Ξέρξη δαπανώντας για το δείπνο που παρέθεσαν, χάρη των αποικιών τους, το εξαιρετικά μεγάλο ποσό των 400 ταλάντων (Ηροδότου VII, 118).
Κλασική εποχή. Μετά τη φυγή των Περσών από την Ελλάδα, η Θ. έγινε (477 π.Χ.) μέλος της Α’ Αθηναϊκής συμμαχίας, συνεισφέροντας αρχικά 30 τριήρεις. Οι απόπειρες των Αθηναίων να διεισδύσουν στην περιοχή της Περαίας και του Παγγαίου ανάγκασαν τους Θάσιους να αποστατήσουν από τη συμμαχία. Ο Κίμων πολιόρκησε την πόλη τρία χρόνια και τελικά εξανάγκασε τους Θάσιους σε συνθηκολόγηση με βαρύτατους όρους: να γκρεμίσουν τα τείχη τους, να πληρώσουν υπέρογκο φόρο και να εγκαταλείψουν την ήπειρο και τα μεταλλεία τους (Θουκυδίδου Ι, 101). Η αύξηση όμως του φόρου από 3 σε 30 τάλαντα το 447 π.Χ. εξηγείται με την απόδοση στη Θ. ολόκληρης της Περαίας ή μεγάλου μέρους της. Στο β’ μισό του 5ου αι. π.Χ., το εμπόριο της Θ. ήταν πολύ σημαντικό και το κρασί της περιζήτητο. Ένας νόμος του τελευταίου τετάρτου του 5ου αι. δείχνει πως η πόλη ασκούσε τελωνειακό έλεγχο σε όλη την περιοχή, από τον Άθω έως τις εκβολές του Έβρου. Στα τελευταία χρόνια του Πελοποννησιακού πολέμου η πόλη δοκιμάστηκε σκληρά από εμφύλιους πολέμους, στάσεις και συνωμοσίες. Η περίοδος αυτή είχε δραματικό τέλος με την κατάληψη της Θ. από τον Λύσανδρο (405-404 π.Χ.) και τη σφαγή όλων των φίλων των Αθηναίων μέσα στο ιερό του Ηρακλή.
Μεταξύ 390 και 388 π.Χ. οι Αθηναίοι απελευθέρωσαν τη Θ. από τους Πελοποννήσιους, η οποία, λίγο αργότερα (375 π.Χ.) έγινε μέλος της Β’ Αθηναϊκής συμμαχίας. Στο ίδιο διάστημα, η πόλη ανασυγκρότησε τις δυνάμεις της, έδωσε αμνηστία, αύξησε τον πληθυσμό της, εξομάλυνε τις διαφορές της με την αποικία της Νεάπολη και προσπάθησε να ανακτήσει την παλιά της αίγλη. Αποκορύφωμα αυτής της προσπάθειας ήταν η ίδρυση των Κρηνίδων στην πλουσια περιοχή του Δάτου. Τότε κυκλοφόρησε ένα καινούργιο νόμισμα με την επιγραφή «ΘΑΣΙΟΝ ΗΠΕΙΡΟ». Σε λίγο όμως ο Φίλιππος Β’ της Μακεδονίας κυρίευσε τη μία μετά την άλλη τις αποικίες της Θ. και περίπου το 340 π.Χ. φαίνεται ότι είχε τον έλεγχο και της ίδιας της Θ. με τον Αριστόλεω, αρχηγό της φιλομακεδονικής μερίδας.
Ελληνιστική εποχή. Την περίοδο της κυριαρχίας των Μακεδόνων οι Θάσιοι διατηρούσαν μια σχετική αυτονομία που φαίνεται και από την έκδοση χάλκινων νομισμάτων και επιδίδονταν στο εμπόριο που τους εξασφάλιζε οικονομική άνεση. Σύμφωνα με έναν κανονισμό των αρχών του 3ου αι. π.Χ., το κλειστό λιμάνι αναδιοργανώθηκε και ορίστηκαν ζώνες για την προσόρμιση των μεγάλων πλοίων. Κατά τη διάρκεια του 4ου και του 3ου αι. π.Χ. χτίστηκαν ιερά και δημόσια οικοδομήματα, ανεγέρθηκαν χορηγικά μνημεία, το θέατρο απέκτησε το οικοδόμημα της σκηνής, χτισμένο με μάρμαρο, στήθηκαν αγάλματα και η Αγορά άρχισε να αποκτά τη μνημειακή της εμφάνιση που διατήρησε και στους επόμενους αιώνες. Λίγο πριν από το 200 π.Χ. η πόλη φαίνεται ότι ήταν αυτόνομη, αφού έθεσε όρους στον βασιλιά της Μακεδονίας, Φίλιππο Ε’, προκειμένου να του επιτρέψει την είσοδο σε αυτήν. Οι Ρωμαίοι μετά τη νίκη τους το 197 π.Χ. στη θέση Κυνός Κεφαλαί ανακήρυξαν τη Θ. ελεύθερη πολιτεία.
Ρωμαϊκή εποχή. Η Θ. εξακολουθούσε να είναι μεγάλη πόλη και κατά τη ρωμαϊκή περίοδο, ενώ οι κάτοικοί της πλούτιζαν με το εμπόριο που διεξήγαγαν σε μεγάλη κλίμακα. Τον 2ο αι. π.Χ. (180 ή 148 π.Χ.) κυκλοφόρησαν τα μεγάλα αργυρά τετράδραχμα (κεφάλι νεαρού Διονύσου στεφανωμένο με κισσό, Ηρακλής με ρόπαλο και επιγραφή «ΗΡΑΚΛΕΟΥΣ ΣΩΤΗΡΟΣ ΘΑΣΙΩΝ») που κυκλοφόρησαν ευρέως στον βαλκανικό χώρο έως την κεντρική Ευρώπη. Πλούσιοι πολίτες διατηρούσαν φιλικές σχέσεις με τους Ρωμαίους τιτλούχους που διέμεναν στη Θεσσαλονίκη, στους οποίους μεσολαβούσαν για τον διακανονισμό υποθέσεων άλλων πόλεων. Η Θ. υπέφερε πολλά δεινά κατά την πολιορκία των στρατευμάτων του Μιθριδάτη, μένοντας πιστή στη φιλία της με τη Ρώμη· γι’ αυτό, με συγκλητικό δόγμα του 80 π.Χ. ανταμείφθηκε με προνόμια και με την παραχώρηση των παλαιών της κτήσεων στην Περαία. Κατά την ιστορική μάχη των Φιλίππων (42 π.Χ.) το νησί αποτέλεσε βάση των επιχειρήσεων των δημοκρατικών αρχηγών Βρούτου και Κάσσιου.
Την εποχή των Ρωμαίων αυτοκρατόρων δημιουργήθηκε νέα τάξη αρχόντων, οι φιλοκαίσαρες και φιλοπάτριδες, και η εξουσία συγκεντρώθηκε σε ένα ολιγάριθμο σώμα, τη Γερουσία. Οι τέχνες γνώρισαν μεγάλη ακμή, κυρίως στην εποχή του αυτοκράτορα Αδριανού, στην Αγορά χτίστηκαν στοές και δημόσια κτίρια και τα τοπικά εργαστήρια της πλαστικής είχαν επιδοθεί στην κατασκευή διαφόρων έργων, ανδριάντων, πορτραίτων αυτοκρατόρων ή μελών των βασιλικών οικογενειών, ανάγλυφων.
Μεταξύ των ετών 213 και 217 μ.Χ., έξω από το ιερό του Ηρακλή υψώθηκε μεγαλοπρεπής αψίδα με τρία ανοίγματα, προς τιμήν των αυτοκρατόρων Καρακάλλα, Ιουλίας Δόμνας και Σεπτίμιου Σεβήρου. Η κατασκευή αυτή είναι το τελευταίο γνωστό επίσημο μνημείο της πόλης λίγο πριν από την επικράτηση του χριστιανισμού.
Βυζαντινοί χρόνοι. Κατά τη βυζαντινή εποχή, η Θ. ανήκε αρχικά στο θέμα της Μακεδονίας, έπειτα της Θράκης, και έγινε έδρα επισκόπου. Οι ανασκαφές έχουν αποκαλύψει στον χώρο της αρχαίας πόλης τρεις παλαιοχριστιανικές βασιλικές. Οι επιδρομές των Βανδάλων το 467-468, των Σλάβων τον 8ο και 9ο αι., των Αράβων τον 9ο και 10ο και η πειρατεία προκάλεσαν μεγάλες καταστροφές. Στην αρχή της φραγκοκρατίας κατά το 1204, το νησί προσαρτήθηκε πιθανότατα στο βασίλειο του Βονιφάτιου του Μομφερατικού της Θεσσαλονίκης, αργότερα όμως πέρασε στην κυριαρχία του Βυζαντίου. Μεταξύ 1307 και 1313 κατέλαβε τη Θ. ο Γενοβέζος Τεντίζιο Ζακάρια, μετά το Βυζάντιο, ενώ ύστερα δέχτηκε τις πειρατικές επιδρομές του Αλέξη από τη Βελικώμη της Βιθυνίας, ο οποίος με ορμητήριο την Ανακτορούπολη λυμαινόταν την περιοχή και το 1357 τέθηκε υπό την κυριαρχία των δύο αδελφών Αλεξίου και Ιωάννη, στρατηγών του Βυζαντίου. Ο δεύτερος φαίνεται να οχύρωσε την περιοχή του αρχαίου λιμανιού με τείχος και έναν πύργο, του οποίου τα θεμέλια είναι ακόμα ορατά. Το 1414, ο Μανουήλ Β’ Παλαιολόγος δώρισε τη Θ. στη γενοβέζικη οικογένεια των Γατελούζων –που τη διατήρησαν ως τιμάριό τους μέχρι την τουρκοκρατία– οι οποίοι οχύρωσαν, το 1434, την ακρόπολη χτίζοντας τα τείχη και τους πύργους της· στην αυλή τους φιλοξένησαν το 1444 και το 1445 τον αρχαιόφιλο ταξιδιώτη Κυριάκο Αγκωνίτη.
Τουρκοκρατία. Το 1455 τα στρατεύματα του Μωάμεθ Β’ κυρίευσαν τη Θ. και εξόρισαν σχεδόν όλους τους κατοίκους στην Κωνσταντινούπολη. Στην κατοχή των Τούρκων, εκτός από μικρά διαστήματα κατοχής των Βενετών (1457-59 και 1466-79), παρέμεινε έως το 1813 τιμάριο του Τούρκου ναυάρχου, που πλήρωνε στο ταμείο του σουλτάνου 450.000 άσπρα. Ο ταξιδιώτης Μπρακονιέ, που πέρασε από τη Θ. το 1707, γράφει πως τότε το νησί αριθμούσε 7.000-8.000 κατοίκους. Οι πειρατικές επιδρομές του 18ου και 19ου αι. ερήμωσαν τα παράλια και ανάγκασαν τους κατοίκους να αποσυρθούν στο εσωτερικό, χτίζοντας νέα χωριά, μακριά από τη θάλασσα: τον Θεολόγο, την Παναγία, το Μεγάλο Καζαβήτι κ.ά. Κατά τη διάρκεια του Ρωσοτουρκικού πολέμου του 1770-74 μια μοίρα του ρωσικού στόλου είχε υπό την κατοχή της τη Θ. και από εκεί προμηθεύονταν οι Ρώσοι την απαραίτητη ξυλεία για τη ναυπήγηση και την επισκευή των πλοίων τους.
Το 1813, ο σουλτάνος δώρισε το νησί στον Καβαλιώτη Μοχάμετ Άλι, ιδρυτή της αιγυπτιακής δυναστείας, ο οποίος επέτρεψε την ανάπτυξη ενός φιλελεύθερου κοινοτικού συστήματος με την εκλογή κοινοτικών αρχόντων. Στην Επανάσταση του 1821, πήραν μέρος και οι Θάσιοι και εκδίωξαν τους Τούρκους από το νησί. Ωστόσο, στο τέλος του ίδιου έτους κατέθεσαν τα όπλα, έπειτα από ειδική συμφωνία με τον Τούρκο πασά της Θεσσαλονίκης. Στο τέλος του 19ου αι., η οικονομική κατάσταση του νησιού ήταν σε κακή κατάσταση. Όταν η αιγυπτιακή κυβέρνηση ανέθεσε σε μια αγγλική εταιρεία την εκμετάλλευση των δασών ξέσπασαν ταραχές. Το 1902 επενέβησαν οι Τούρκοι και απέσπασαν το νησί από την αιγυπτιακή κυριαρχία. Όμως, στις 17 Οκτωβρίου 1912 ο ναύαρχος Παύλος Κουντουριώτης απελευθέρωσε τη Θ. η οποία μετά από λίγο καιρό ενώθηκε επίσημα, όπως και η Μακεδονία, με την Ελλάδα.
Αρχαιολογία - μνημεία. Οι πρώτες ανασκαφές έγιναν στη Θ. το 1863-64 (Miller), το 1886-88 (Bent) και το 1910 (Makridy-Bay), αλλά τα ευρήματά τους μεταφέρθηκαν σε μουσεία του εξωτερικού. Το 1911, άρχισε συστηματικές ανασκαφές η Γαλλική Αρχαιολογική Σχολή Αθηνών, με τους Avezοu, Picard και Reinach, οι οποίες συνεχίστηκαν με διακοπές μόνο κατά τους δύο Παγκόσμιους πολέμους. Σε αυτές τις ανασκαφές, αποκαλύφθηκε σημαντικό τμήμα της αρχαίας πόλης, βρέθηκαν και ταυτίστηκαν ιερά και δημόσια κτίρια και μεγάλο πλήθος έργων τέχνης. Η μορφή της πόλης, όπως διαμορφώθηκε σταδιακά στη διάρκεια περίπου δέκα αιώνων (7ος π.Χ. – 3ος μ.Χ.) είναι τώρα, σε πολύ γενικές γραμμές, γνωστή.
Όταν οι Πάριοι άποικοι αποβιβάστηκαν στο νησί, κατέλαβαν τα οχυρά υψώματα που δεσπόζουν στον χώρο της πόλης και εκεί ίδρυσαν τα πρώτα ιερά για τις λατρείες των θεών που έφεραν μαζί τους, του Πύθιου Απόλλωνα, που με τον χρησμό του οδήγησε τον οικιστή Τελεσικλή, και της Πολιούχου Αθηνάς, που λατρευόταν στη μητρόπολη Πάρο. Η πόλη άρχισε να αναπτύσσεται κοντά στη θάλασσα, στους βορειοδυτικούς και δυτικούς πρόποδες της ακρόπολης· εκεί αποκαλύφθηκαν οι παλαιότερες κατοικίες: αψιδωτά χτίσματα που μοιάζουν με καλύβες, με τοίχους χτισμένους, έως ένα ύψος, με πλακωτούς σχιστόλιθους και πιο ψηλά με πλιθιά και καλάμια σκεπασμένα με πηλό.
Το αρχαιότερο και πιο σεβάσμιο μνημείο, που διατηρήθηκε στην επιφάνεια πολλούς αιώνες, είναι το κενοτάφιο του στρατηγού Γλαύκου (β’ μισό 7ου αι. π.Χ.), που αποκαλύφθηκε στη θέση της Αγοράς. Στον 7ο αι. π.Χ. ανήκει πιθανότατα και ο πρώτος μικρός ναός του Ηρακλή με τοίχους πολυγωνικής τοιχοδομίας που έχουν οπωσδήποτε επισκευαστεί στο β’ μισό του 6ου αι. π.Χ.
Στον 6ο αι. π.Χ. χτίστηκε, εκτός από τα παλαιότερα ιερά του Πύθιου Απόλλωνα και της Πολιούχου Αθηνάς, το αρχαιότερο ιερό της Άρτεμης (η λατρεία της στην ίδια θέση χρονολογείται από τα ευρήματα στο α’ μισό του 7ου αι. π.Χ.), το ιερό των πατρώων θεών και διάφορα αταύτιστα οικοδομήματα, χτισμένα σύμφωνα με μια πολύ όμορφη πολυγωνική τοιχοποιία, που αποκαλύφθηκαν σε διάφορα σημεία της πόλης. Την ίδια εποχή, στη βόρεια συνοικία εφαρμόστηκε ενιαίο σχέδιο για την οικοδομή κατοικιών πάνω σε κανονικά οικοδομικά τετράγωνα που διασχίζουν κάθετοι και παράλληλοι δρόμοι.
Στο τέλος του 6ου και στις αρχές του 5ου αι. π.Χ. χτίστηκε ο περίβολος του οικισμού μήκους 4 χλμ. Τα ερείπια των τειχών, που διατηρούνται σε ικανό ύψος, προκαλούν βαθιά εντύπωση στον σημερινό επισκέπτη του χώρου. Από τις δέκα γνωστές πύλες, οι πέντε, που φέρουν τις ονομασίες πύλη του Σιληνού, του Ηρακλή και Διονύσου, του Δία και της Ήρας, της Θεάς με το άρμα, του Ερμή και των Χαρίτων, είναι φιλοτεχνημένες με αξιόλογες παραστάσεις θεών, ηρώων ή δαιμόνων, που προστάτευαν την πόλη από τον εχθρό, όπως ακριβώς και τα μεγάλα αποτρόπαια μάτια, που είναι σκαλισμένα σε λιθόπλινθο του νότιου τμήματος του τείχους. Είναι πολύ πιθανό, πως παράλληλα με το τείχος οικοδομήθηκε και το ένα από τα δύο λιμάνια της πόλης, το κλειστό πολεμικό λιμάνι, καθώς οι οχυρώσεις του αποτελούν προέκταση του περιβόλου μέσα στη θάλασσα.
Στις αρχές του 5ου αι. π.Χ. ανεγέρθηκε, πάνω σε άνδηρο του μεσαίου λόφου της ακρόπολης, ο μεγάλος μαρμάρινος ναός της Πολιούχου Αθηνάς, που δέσποζε σε ολόκληρο τον χώρο της πόλης. Στην κάτω πόλη, το ιερό του Ηρακλή προσέκτησε τον μνημειακό του χαρακτήρα, με τα οικοδομήματα που χτίστηκαν διαδοχικά στη διάρκεια του 5ου αι. π.Χ. (λέσχη, ναός, πρόπυλο, περίβολος, οικοδομή με οίκους κλπ.) με συνέπεια να εξελιχθεί στο μεγαλύτερο ιερό της Θάσου. Στην περιοχή της Αγοράς οικοδομήθηκε, περίπου το 470 π.Χ., η Δίοδος των Θεωρών, φιλοτεχνημένη με τα έξοχα ανάγλυφα του Απόλλωνα και των Νυμφών, του Ερμή και των Χαρίτων, που τώρα βρίσκονται στο Μουσείο του Λούβρου. Την ίδια εποχή, επιχωματώθηκαν οι παλαιότερες οικίες της βόρειας συνοικίας, ανυψώθηκε το έδαφος και στα ίδια οικοδομικά τετράγωνα χτίστηκαν οι νέες κατοικίες. Προς το τέλος του 5ου αι. π.Χ. ανήκει η αρχαιότερη οικοδομή του θεάτρου που την αναφέρει ο Ιπποκράτης στις Επιδημίες. Τον 4ο αι. π.Χ. άρχισε η ανέγερση της Αγοράς, δίπλα στο κλειστό λιμάνι (περίπου 100 x 100 μ.) που ολοκληρώθηκε σταδιακά τον 2ο αι. μ.Χ. Από τα παλαιότερα κτίρια είναι το ιερό του Δία Αγοραίου, το κτίριο με παρασκήνια και η μεγάλη βορειοδυτική στοά (αρχές 3ου αι. π.Χ.). Έξω από την Αγορά χτίστηκαν, την ίδια εποχή, το ιερό του Διονύσου, το ιερό του Ποσειδώνα και η μεγάλη τετράγωνη υπόστυλη οικοδομή του Θερσίλοχου.
Η πολεοδομική εξέλιξη της Θ. συνεχίστηκε στους ελληνιστικούς χρόνους και στη ρωμαιοκρατία. Στις αρχές του 3ου αι. π.Χ., το θέατρο απέκτησε τη μαρμάρινη προσθήκη της σκηνής και τον αρχιτεκτονικό του διάκοσμο, ενώ στον περίβολο του ιερού του Διονύσου ανεγέρθηκαν μεγάλα χορηγικά μνημεία, κοσμημένα με αγάλματα. Στην Αγορά, από τον 3ο έως τον 1ο αι. π.Χ., χτίστηκαν η θόλος, το πώρινο οικοδόμημα, το μνημείο του Θεαγένη, το μνημείο με τη μορφή πλοίου, τα εργαστήρια και η συνοικία, δώρο του πολίτη Θεοδέκτου, πέντε μαρμάρινες εξέδρες, η βορειοανατολική στοά και το ηρώο του Λεύκιου και του Γάιου Καίσαρα. Στον 1ο και 2ο αι. μ.Χ. χτίστηκαν η νοτιοδυτική στοά και τα προπύλαια της Αγοράς, η μεγάλη νοτιοανατολική στοά και η συνεχόμενη με αυτήν υπόστυλη αίθουσα, και στρώθηκε με μαρμάρινες πλάκες το μεγαλύτερο μέρος της πλατείας.
Τον 2ο αι. μ.Χ. διαμορφώθηκε και όλη η περιοχή έξω από τη νότια γωνία της Αγοράς και τη νοτιοανατολική στοά της. Τότε χτίστηκε ένα Ωδείο ή μικρό θέατρο και απέναντί του μια περίστυλη, γύρω σε τετράγωνη αυλή, στοά. Η κεντρική λεωφόρος της πόλης, που από το ιερό του Ηρακλή έφερε στην Αγορά, πλακοστρώθηκε, και στην παρυφή της έξω από το Ωδείο, υψώθηκε μια μαρμάρινη εξέδρα του Τιβέριου Κλαύδιου Κάδμου. Επίσης, αναμαρμαρώθηκε το θέατρο και ανακατασκευάστηκε η ορχήστρα και η σκηνή του για τα ρωμαϊκά θεάματα και τους αγώνες των μονομάχων.
Στις αρχές του 3ου αι. μ.Χ. ανήκει και το τελευταίο γνωστό επίσημο μνημείο: η θριαμβευτική αψίδα που ανέγειρε η πόλη μεταξύ 213 και 217 μ.Χ. στην περιοχή του ιερού του Ηρακλή προς τιμή των αυτοκρατόρων Καρακάλλα, Ιουλίας Δόμνας και Σεπτίμιου Σεβήρου.
Τέχνη. Από την πρώιμη αρχαϊκή εποχή έως τους όψιμους ρωμαϊκούς χρόνους η Θ. αποτελούσε μεγάλο καλλιτεχνικό κέντρο και τα τοπικά εργαστήρια δημιούργησαν πλήθος έργων πλαστικής, κοροπλαστικής και κεραμικής. Η καταγωγή των αποίκων από τις Κυκλάδες, όπου οι τέχνες ανθούσαν από τους προϊστορικούς ακόμα χρόνους, η γεωγραφική θέση του νησιού και οι σχέσεις του με αξιόλογα καλλιτεχνικά κέντρα, είχαν ως αποτέλεσμα να δεχτεί η τέχνη της Θ. επιδράσεις διάφορων κέντρων της Ιωνίας και γενικά της δυτικής Μικράς Ασίας, των Κυκλάδων και της Αττικής. Εξάλλου, είναι βέβαιο πως ξένοι γλύπτες εργάστηκαν στο νησί, μεταφέροντας τεχνοτροπίες, ιδέες και τεχνική, και είναι γνωστό πως έργα τέχνης και μικροτεχνίας εισάγονταν από άλλες πόλεις. Τα καλλιτεχνικά αυτά ρεύματα είναι αισθητά στις τοπικές δημιουργίες. Όμως, στο α’ μισό του 5ου αι. π.Χ., η γλυπτική δημιούργησε μια τοπική σχολή με έργα που φέρουν γνήσιο θασιακό χαρακτήρα. Τη σημασία της Θ. ως μεγάλου καλλιτεχνικού κέντρου μαρτυρεί και το γεγονός ότι αποτελεί τη γενέτειρα ενός από τους πιο μεγάλους ζωγράφους της αρχαιότητας, του Πολύγνωτου, που εργάστηκε περίπου στα μέσα του 5ου αι. π.Χ. στην Αθήνα και στους Δελφούς. Η εξέλιξη της γλυπτικής είναι γνωστή από πλήθος έργων που στεγάζονται στο τοπικό μουσείο, αλλά και στα μουσεία του Λούβρου, της Κωνσταντινούπολης, της Βιέννης και της Αλεξάνδρειας.
Η αρχαϊκή εποχή αντιπροσωπεύεται με τμήματα αγαλμάτων και κεφάλια που ανήκουν σε κούρους και σε κόρες, καθώς και με επιτύμβιες στήλες. Από τα πιο εντυπωσιακά γλυπτά αυτής της περιόδου είναι ο κριοφόρος κούρος, έργο ημιτελές του τέλους του 7ου αι. π.Χ. –ύψους 3,50 μ.– η προτομή του Πήγασου και το κεφάλι του Σιληνού. Τα μνημειώδη ανάγλυφα των πυλών της πόλης, Σιληνού, Ηρακλή και Διονύσου, της Θεάς με το άρμα και του Ερμή με τις Χάριτες ολοκληρώνουν τις γνώσεις μας για την αρχαϊκή πλαστική του νησιού. Στην εποχή του αυστηρού ρυθμού ανήκουν τα έξοχα λατρευτικά ανάγλυφα του νυμφαγέτη Απόλλωνα και του Ερμή με τις Χάριτες, που εκτίθενται στο Λούβρο, ένα κεφάλι αλόγου, ένας κορμός γυμνού άντρα, με επιδράσεις της σχολής του Πυθαγόρα, και ένα ανάγλυφο Απόλλωνα με ελάφι. Σε μια αρχαϊστική τεχνοτροπία του τέλους του 5ου ή των αρχών του 4ου αι. π.Χ. ανήκουν τέσσερα κεφάλια γενειοφόρου Ερμή, που κοσμούσαν άλλοτε, πιθανότατα, ερμαϊκές στήλες.
Πολλά είναι τα γλυπτά που ανήκουν στην κλασική εποχή, ανάγλυφα, αποτμήματα αγαλμάτων, νεκρόδειπνα. Από τα πιο αξιόλογα είναι ένα κεφάλι γυναίκας με κεκρύφαλο με έκφραση γεμάτη ευγένεια και ένα κεφάλι νέου άντρα ή ήρωα με χαρακτηριστικά της τεχνοτροπίας του Σκόπα. Μεγάλος είναι ο αριθμός των γλυπτών που ανήκουν στην ελληνιστική εποχή. Από τα πιο αξιόλογα είναι τα αγάλματα που στόλιζαν δύο χορηγικά μνημεία των αρχών του 3ου αι. π.Χ. : κεφάλι Διονύσου, άγαλμα κωμωδίας, τραγικό προσωπείο, άγαλμα πεπλοφόρας Μούσας και Διονύσου. Χαριτωμένο είναι επίσης ένα μικρό σύμπλεγμα Αφροδίτης και μικρού Έρωτα πάνω σε δελφίνι, έργο του 3ου αι. π.Χ.
Στη ρωμαϊκή περίοδο ανήκουν πορτρέτα επίσημων ανδρών, όπως του Πλάτωνα, του Ιουλίου Καίσαρα, του Λεύκιου Μαρσύα, ένα σύμπλεγμα Ορέστη και Ηλέκτρας, ένα αναθηματικό ανάγλυφο από ιερή τράπεζα και μεγάλο πλήθος από διάφορα αναθηματικά και επιτύμβια ανάγλυφα. Πολλά αξιόλογα αγγεία που βρέθηκαν στις ανασκαφές της Θ. έχουν εισαχθεί (Ρόδο, Χίο, Κυκλάδες, Κόρινθο, Αθήνα). Έργα της τοπικής κεραμικής και αγγειογραφίας είναι αγγεία του τύπου των μηλιακών με πολύχρωμη διακόσμηση, τριποδικά αγγεία και αποτμήματα πιθαριών με ανάγλυφη και εγχάρακτη διακόσμηση αρχαϊκής εποχής, όπως και αμφορείς με μυτερούς πυθμένες, που χρησίμευαν για τη μεταφορά του κρασιού, με ενσφράγιστες λαβές. Είναι επίσης γνωστές θασιακές απομιμήσεις αγγείων της Χίου, όπως και μελανόμορφων αττικών αγγείων.
Οι ανασκαφές των τελευταίων ετών είχαν ως αποτέλεσμα τον σχηματισμό μιας πολύ πλούσιας συλλογής ειδωλίων κούρων, κορών, καθισμένων μορφών που φέρουν στο κεφάλι πόλο ή καλύπτρα, ειδώλια θεών και γυναικών, ηθοποιών κωμωδίας, σατύρων, νάνων, ζώων κ.ά., που ανήκουν στην αρχαϊκή, κλασική και ελληνιστική περίοδο. Η επίδραση στα ειδώλια της Θ., τύπων της κοροπλαστικής της Ρόδου, της Αθήνας, της Μύρινας και της Τανάγρας, είναι φανερή. Πολύ αξιόλογη είναι και η πλούσια σειρά των πήλινων αρχιτεκτονικών μελών, φιλοτεχνημένων με ανάγλυφη διακόσμηση και ζωηρά χρώματα. Ακροκέραμοι με παράσταση κεφαλιού Γοργού, Βελλερεφόντη, Χίμαιρας, αντωπών κριών ή υδρόβιων πουλιών, όπως και λίγα τμήματα σίμης με ανάγλυφη παράσταση κυνηγιού εφίππων.
Τις γνώσεις μας για την τέχνη της Θ. ολοκληρώνουν τα νομίσματα, κομψά έργα τέχνης, όπως και τα αρχιτεκτονικά μέλη από διάφορα οικοδομήματα –συχνά άγνωστα– διακοσμημένα με άνθη λωτού, ανθέμια και δροσερά φυτικά θέματα.
Αρχαίο νόμισμα της Θάσου, εξαιρετικής κομψότητας.
Σύμπλεγμα Αφροδίτης και μικρού έρωτα πάνω σε δελφίνι, κομψοτέχνημα του 3ου αι. π.Χ. από το ιερό του Ηρακλή στη Θάσο.
Το αρχαίο θέατρο της Θάσου.
Κριοφόρος κούρος ή Απόλλωνας (ύψος 3,50 μ.), ημιτελές άγαλμα του 7ου αι. π.Χ. από τον ναό του Απόλλωνα στη Θάσο (Μουσείο Θάσου).
Κεφάλι του Διόνυσου από χορηγικό μνημείο των αρχών του 3ου αι. π.Χ., από το ιερό του Διόνυσου στη Θάσο, έργο εξαίρετου γλύπτη (Μουσείο Θάσου).
Κεφάλι αλόγου της τέχνης του «αυστηρού» ρυθμού από το ιερό του Ηρακλή στη Θάσο, έργο του 460 π.Χ. περίπου (Μουσείο Θάσου).
Η αρχαία αγορά της Θάσου, όπως σώζεται σήμερα.
Ανάγλυφο του νυμφηγέτη Απόλλωνα, που βρέθηκε στη Θάσο (Μουσείο του Λούβρου, Παρίσι).
Πλήθος έργων, κυρίως γλυπτικής, από τη Θάσο βρίσκονται σε ξένα μουσεία, όπως το εικονιζόμενο κεφάλι κούρου, που χρονολογείται το 540 π.Χ. περίπου (Γλυπτοθήκη της Κοπεγχάγης).
1)Το «κλειστό» λιμάνι· 2) η αρχαία αγορά· 3) το ωδείο· 4) η δίοδος των Θεωρών· 5) το ιερό της Άρτεμης· 6) το ιερό του Διόνυσου και τα χορηγικά μνημεία· 7) το ιερό του Ποσειδώνα· 8) η πύλη της «θεάς με το άρμα»· 9) η πύλη του Ερμή των Χάριτων· 10) αρχαίες κατοικίες στη «βόρεια συνοικία»· 11) το «ανοιχτό» ή εμπορικό λιμάνι· 12) το ιερό των πατρώων θεών· 13) το θέατρο· 14) η ακρόπολη και η πιθανή θέση του ιερού του Πύθιου Απόλλωνα· 15) ο ναός της πολιούχου Αθηνάς· 16) το σπήλαιο του Πάνα· 17) η πύλη του Παρμένωνα· 18) η πύλη του Σιληνού· 19) η πύλη του Ηρακλή και του Διόνυσου· 20) η πύλη του Δία και της Ήρας· 21) η θέση της αρχαίας νεκρόπολης· μαρμάρινη σαρκοφάγος του Πολιάδη· 22) το μνημείο του Θερσίλοχου (βουλευτήριο ή εκκλησιαστήριο)· 23) το ιερό του Ηρακλή· 24) η αψίδα του Καρακάλλα, της Ιουλίας Δόμνας και του Σεπτίμιου Σεβήρου· 25) παλαιοχριστιανική βασιλική της πλατείας (αρχές 6ου αι. μ.Χ.)· 26) το μουσείο.
Ο αρχαίος λιμένας, στη σημερινή πρωτεύουσα της Θάσου.
Η Χρυσή Αμμουδιά στη Θάσο.
Ο οικισμός Ποταμιά της Θάσου.
Άποψη του οικισμού Παναγία στη Θάσο.
III
Παράλια κωμόπολη (υψόμ. 5 μ., 3.130 κάτ.) του ομώνυμου νησιού. Βρίσκεται στο βόρειο άκρο του νησιού, στη θέση της αρχαίας πόλης, απέναντι από τη νησίδα Θασοπούλα. Αποτελεί έδρα του ομώνυμου δήμου του νομού Καβάλας.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • Θάσος — masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Θάσος — Sp Tãsas Ap Θάσος/Thasos L s. Egėjo j. ir mst. joje, ŠR Graikija …   Pasaulio vietovardžiai. Internetinė duomenų bazė

  • Θάσω — Θάσος masc nom/voc/acc dual Θάσος masc gen sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Βαγής, Πολύγνωτος — (Θάσος 1894 – 1967). Γλύπτης. Το 1910 εγκαταστάθηκε στις ΗΠΑ και παρακολούθησε μαθήματα γλυπτικής στο ινστιτούτο Κούπερ Γιούνιον. Με την πρώτη του έκθεση το 1921 στη Νέα Υόρκη, επιβλήθηκε ως ένας από τους σημαντικότερους γλύπτες της εποχής του.… …   Dictionary of Greek

  • Θευγένης — (Θάσος 500; π.Χ. – ;). Αθλητής. Σύμφωνα με την παράδοση, η μητέρα του τον είχε αποκτήσει με τον Θάσιο Ηρακλή, ο οποίος είχε πάρει τη μορφή του ιερέα Τιμόξενου, γεγονός με το οποίο οι σύγχρονοί του εξηγούσαν την εκπληκτική δύναμή του και, γενικά,… …   Dictionary of Greek

  • Θάσοιο — Θάσος masc gen sg (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Θάσον — Θάσος masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Θάσου — Θάσος masc gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Θάσων — Θάσος masc gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Θάσῳ — Θάσος masc dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.